27 Απριλίου 2014

Η ιδιωτική ζωή μιας ντίβας (Συνέντευξη)


«Πήγαινε σε μια παραλία
και πάρε στα χέρια σου μια χούφτα άμμο.
Προσπάθησε να ξεχωρίσεις έναν κόκκο.
Αυτό είσαι. Αυτό είμαστε. Ένα τίποτα.
Κι' όμως, ο Θεός βλέπει κάθε κόκκο χωριστά.
Και τον προστατεύει. Τον κάθε κόκκο άμμου.
Γι' αυτό κάθε μέρα να τον ευχαριστείς.
Για αυτά που σου έδωσε,
αλλά και για αυτά που δεν σου έδωσε»

Η σπουδαία ερμηνεύτρια διηγείται τη ζωή της
μακριά από τα φώτα της σκηνής…

Photo credit: George Kalfamanolis © 2014

Συνέντευξη της Μαρινέλλας
στην δημοσιογράφο Νάνσυ Ζαμπέτογλου
για το ένθετο περιοδικό «Γυναίκα»
της εφημερίδας «Η Καθημερινή»

Κυκλοφορία: 27 Απριλίου 2014, Ελλάδα

Φωτογραφίες: Γιώργος Καλφαμανώλης © 


Φωτογραφία: Γιώργος Καλφαμανώλης © 2014
Η παράσταση έχει μόλις τελειώσει και στην έξοδο του πάρκινγκ του «Badminton» τα αυτοκίνητα είναι στριμωγμένα. Από τα ανοιχτά παράθυρα βγαίνει καπνός από τα τσιγάρα των οδηγών που έχουν περάσει τρεις «άκαπνες» ώρες μέσα στο θέατρο στην παράσταση για τη Σοφία Βέμπο και, αν είσαι προσεκτικός, μπορείς να ακούσεις τις συζητήσεις που γίνονται μέσα στα αυτοκίνητα. «Αντέχει ακόμη η Μαρινέλλα», «η φωνή της δεν έχει αλλάξει, είναι συγκλονιστική», «μπράβο στο κουράγιο της», «πόσο χρονών είναι;», «πόσα botox λες να κάνει;». Η περιέργεια ανακατεύεται με τον ενθουσιασμό και το δέος μπροστά σε ένα ζωντανό μύθο, μπερδεύεται με την ανθρώπινη ανάγκη να αποκαθηλώνεις το είδωλό σου ακριβώς τη στιγμή που το αποθεώνεις.

Την ίδια ώρα, στο πίσω πάρκινγκ του «Badminton», πολύ μακριά από τη φασαρία που κάνουν τα αυτοκίνητα και οι κουβέντες στην έξοδο, μια ξανθιά κοντοκουρεμένη γυναίκα, με μια κόκκινη ρόμπα στολισμένη με κινέζικα γράμματα και παραστάσεις, ένα λευκό μάλλινο μπουφάν που φτάνει μέχρι τα γόνατα και χαμηλά παπούτσια με λαστιχένια σόλα μπαίνει σε ένα κόκκινο μικρό αυτοκίνητο. Βάζει ραδιόφωνο. Ένας σταθμός παίζει βραδινές ειδήσεις, αλλά εκείνη δεν ακούει. Προτιμά να χαθεί στις σκέψεις της. Αυτό της αρέσει να κάνει κάθε βράδυ στη μακρινή διαδρομή από το θέατρο για το σπίτι της. Απολαμβάνει την ησυχία και τη μοναξιά που της δίνει αυτή η ώρα στο αυτοκίνητό της. Ίσως αυτό είναι που της δίνει ισορροπία. Μετά τα φώτα της σκηνής, το σκοτάδι του δρόμου και μετά τα δυνατά χειροκροτήματα της παράστασης η ησυχία της βουβής σκέψης. Είναι η Μαρινέλλα. Ή μάλλον όχι. Ήταν η Μαρινέλλα πάνω στη σκηνή. Τώρα είναι η Κυριακή Παπαδοπούλου από τη Θεσσαλονίκη. Που θα πάει στο σπίτι της, που θα βγει κατευθείαν από το γκαράζ στην κουζίνα της με τα μεγάλα παράθυρα, που θα πάει στο δωμάτιό της, που θα πάρει το βιβλίο της και θα ξαπλώσει στο κρεβάτι της ευτυχισμένη που για άλλη μία νύχτα ήταν η Μαρινέλλα. Και αυτή η Μαρινέλλα έδωσε χαρά και συγκίνηση σε άλλους 2.500 ανθρώπους.

Ξυπνάει χαράματα. Της αρέσει, λέει, να χαίρεται τη μέρα από νωρίς, να διαβάζει όταν όλο το υπόλοιπο σπίτι κοιμάται. Παρ' όλα αυτά -ευτυχώς- μου ζητάει να συναντηθούμε για τη συνέντευξη στις 11:00. Το σπίτι της είναι στα βόρεια προάστια. Το έχει χτίσει η Βλαχοπούλου που το 'χε, λέει, σύστημα να χτίζει σπίτια και να τα πουλάει, μέχρι που κατέληξε ότι της αρέσει να ζει στη Βάρκιζα κι' έμεινε εκεί μέχρι το τέλος της ζωής της. Η Μαρινέλλα το πήρε, το γκρέμισε, άλλαξε όλους τους σωλήνες, «γιατί η Ρένα είχε βάλει μικρούς», ζήτησε να φύγουν οι τοίχοι και να αντικατασταθούν με μεγάλα παράθυρα, έφτιαξε πατώματα, τζάκια που της αρέσουν και φώναξε όλη την οικογένεια της να μείνει μαζί της. Μάνα, πατέρας, αδέλφια, ανίψια, γαμπροί, δεκαέξι άτομα είχα φτάσει να ζουν στο σπίτι της Μαρινέλλας στην Ερυθραία. «Αλλά είχε ο καθένας το κονάκι του και δεν ενοχλούσε ο ένας τον άλλο. Είχαμε κανόνες. Θυμάμαι άκουγαν την αδελφή μου να λέει στα παιδιά της “περπατάτε σιγά, κοιμάται η θεία”, γιατί αυτοί ήταν στον επάνω όροφο κι' εγώ στον κάτω, κι' όταν ξυπνούσα, κάθε μεσημέρι, απαραιτήτως στη 1:30 στρώναμε το μεσημεριανό τραπέζι κι' όποιος ήταν εκείνη την ώρα στο σπίτι έτρωγε ό,τι είχαμε» περιγράφει.

Καθόμαστε σε ένα μεγάλο λευκό καναπέ. Μας έχει φτιάξει γαλλικό καφέ κι' έχει γεμίσει μια κανάτα με παγωμένο νερό. Πάνω στο τραπέζι του Κούρτη έχει αραδιάσει κουλουράκια, νηστίσιμα σοκολατάκια από το Fresh, τους «ωραιότερους εργολάβους» που έχει φάει στη ζωή της από ένα ζαχαροπλαστείο που έχει ανοίξει στη Γλυφάδα και έρχεται από την Ξάνθη, («Παρασκευάς» της λέω, «Α, ναι» λέει και γελάει), γλυκά, ξηρούς καρπούς, «πάρε απ' όλα» μου λέει. Ξεκινάμε να μιλάμε για το σπίτι. Το λατρεύει το σπίτι αυτό η Μαρινέλλα, που τώρα πια το μοιράζεται μόνο με την αδελφή της. Στον κάτω όροφο κάθεται η κόρη της, η Τζωρτίνα («και όχι Τζωρτζίνα» μου διευκρινίζει η Μαρινέλλα. «Το όνομα της είναι Γεωργία - Χριστίνα, γιατί Γιώργο έλεγαν τον πατέρα μου και Χρήστο έλεγαν έναν πολύ καλό μου φίλο») με το σύζυγό της, Τίμο Δασκαλόπουλο, και τα δύο τους παιδιά και δίπλα σε δύο άλλα διαμερίσματα «μένουν δύο πολύ καλές οικογένειες που τους τα νοικιάζω».

Μου δείχνει τα φυτά της, το μποστάνι της, το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, τις γλάστρες της που τις περιποιείται η ίδια. Έχει κι' ένα τεράστιο μπονσάι, μου λέει, αλλά το έδωσε σε μια φίλη της που έχει φυτώριο, γιατί φοβήθηκε ότι εκείνη μπορεί να μην κατάφερνε να το συντηρεί σωστά. Ανοίξει τα παράθυρα για να μου δείξει το φως που μπαίνει στο σαλόνι και πώς με μια κίνηση ολόκληρο το δωμάτιο μετατρέπεται σε ένα τεράστιο ανοιχτό μπαλκόνι, μου δείχνει τα αλουμίνια που είναι «τα καλύτερα που υπάρχουν», το πιάνο στην είσοδο, το μεγάλο ξύλινο τραπέζι της τραπεζαρίας, όπου προχθές, Κυριακή των Βαΐων, έκανε ένα μεγάλο τραπέζωμα με συγγενείς, φίλους και συναδέλφους από την παράσταση στο «Badminton» και τους έφτιαξε σκορδαλιά και μπακαλιάρο. «Και μετά τον φίλησα τον Στέργιογλου, μάλιστα» (σ.σ. συμπρωταγωνιστής της στην παράσταση). Τη ρώτησα γιατί δεν έχει ούτε μία φωτογραφία της στο σαλόνι. Ούτε από τώρα ούτε από την εποχή που ήταν νέο κορίτσι. Δεν κατάλαβε την ερώτηση. «Τι εννοείς;» μου λέει. «Να γεμίσω το σαλόνι με φωτογραφίες μου; Γιατί; Για να βλέπω εγώ εμένα; Προσωπολατρεία; Έλα καλέ, είναι δυνατόν;». Σηκωνόμαστε και μου δείχνει τη μοναδική φωτογραφία της πάνω στο πιάνο. Είναι από το γάμο της κόρης της. Ο πατέρας της Τζωρτίνας, Φρέντυ Σερπιέρη, η γυναίκα του, η νύφη, ο γαμπρός, οι γονείς του γαμπρού και η Μαρινέλλα. «Αυτοί είμαστε» μου λέει περήφανη. Μου βάζει καφέ. Τη ρωτάω για τον Σερπιέρη, τον πατέρα της κόρης της, με τον οποίο δεν παντρεύτηκαν ποτέ. «Τον είχα ερωτευτεί πολύ. Ήμασταν τέσσερα χρόνια μαζί. Μετά τη γέννηση της κόρης μας, εκείνος ήθελε να παντρευτούμε. Του είπα, όμως, ότι δεν χρειάζεται, καλύτερα να μείνουμε φίλοι. Φυσικά την αναγνώρισε, της έδωσε το όνομα του, έγιναν όλα όπως έπρεπε» μου λέει.


Photo credit: George Kalfamanolis © 2014

Η συζήτηση μας παρασέρνει. Κάπως έτσι δεν βγάζω ποτέ το κασετοφωνάκι και το σημειωματάριο από την τσάντα μου. Μου φαίνεται αγένεια να την ηχογραφώ. Προτιμώ να την ακούω να μου διηγείται. Είναι εκφραστική η Μαρινέλλα. Μιλάει με τα μάτια, με τα χέρια, μιλάει με όλους τους μυς του προσώπου της. Και μιλάει αληθινά. «Όταν ήμουν έγκυος, τραγουδούσα σε μαγαζιά μέχρι τον έβδομο μήνα. Ήταν σοκ η είδηση ότι δεν έχω παντρευτεί. Εγώ και η Ναθαναήλ το κάναμε τότε, οι δυο τρελές, αλλά ο κόσμος δεν είχε πρόβλημα, φυσικά ούτε και τα μαγαζιά. Πήγαινα στο καμαρίνι, έκανα εμετό, ξαναγυρνούσα στη σκηνή και ήμουν κανονική». Ο Σερπιέρης είναι φίλος της, μέλος της οικογένειας της. «Τον αγαπάω πολύ, είναι εξαιρετικός άνθρωπος κι' αυτός και η γυναίκα του, η Σαμπίνα, ο γιος τους επίσης, που είναι πραγματικός αδελφός της κόρης μου». Με κάνει να γελάω όταν προσπαθεί να θυμηθεί «Πότε παντρέψαμε τον Σερπιέρη, να δεις;». Της λέω ότι μιλάει για εκείνον σαν να είναι συγγενής της. «Μα είναι» μου απαντάει. Μου δίνει συμβουλές για τους άντρες. Πώς θα κρατήσω το γάμο μου, τι να φοράω, τι να λέω, πώς να είμαι όταν γυρνάω στο σπίτι από τη δουλειά. «Μεγάλη εφεύρεση το κομπινεζόν» μου λέει με νόημα… «Τίποτα δεν είναι πιο σέξι…». «Εσείς σήμερα δεν τα προσέχετε αυτά. Έχετε μπερδέψει τους ρόλους και δεν ασχολείστε με τους άντρες, πρέπει να είστε πιο τσαχπίνες».

Τη ρωτάω για τον Καζαντζίδη. Γιατί χώρισαν. «Γιατί εγώ ήθελα να δουλεύω κι' εκείνος δεν ήθελε». Παρ' όλα αυτά τον αγαπούσε πολύ. Ήταν ο πρώτος της άντρας, αυτός που τη βοήθησε να εξελιχθεί και που με κάποιον τρόπο η παρουσία του την προστάτευε από θυμωμένους θαμώνες, παράξενους καταστηματάρχες και εκκεντρικούς θιασάρχες. Σε άλλες συνεντεύξεις της η Μαρινέλλα έχει παραδεχτεί ότι τραγουδάει όπως τραγουδάει γιατί έτσι τραγουδούσε ο Καζαντζίδης. Ο χωρισμός τους καταγράφεται από τα περιοδικά της εποχής ως επεισοδιακός, αλλά ταυτόχρονα σηματοδοτεί μια σημαντική στιγμή για την καριέρα της Μαρινέλλας. Είναι η στιγμή που σηκώνεται από την καρέκλα και τραγουδάει πλέον στο κέντρο της σκηνής, όρθια. «Πρέπει να ήμουν από τις λίγες που κατάφεραν να ξεφύγουν από το ντουέτο με έναν άντρα και να κάνουν δική τους καριέρα. Τα περισσότερα από τα άλλα κορίτσια δεν τα κατάφεραν» μου λέει.

Τη ρωτάω για τα παντελόνια, για τα κοντά μαλλιά, για τα στενά πουκάμισα που φορούσε στη σκηνή. Περιμένω να μου πει ότι τα είδε σε κάποιο Vogue, ότι ξεσήκωσε το στιλ από κάποια ξένη τραγουδίστρια ή δεν ξέρω τι άλλο. Αντί για αυτό, μου δίνει μια εντελώς άλλη εξήγηση. Πολύ λιγότερο στιλάτη, δηλαδή: «Φόρεσα παντελόνια, γιατί εκείνη την εποχή που έσπαγαν πιάτα τραυματιζόμασταν και την ώρα που τραγουδούσαμε καθιστές έτρεχαν τα αίματα από τις γάμπες και τα γόνατα μας. Φόρεσα παντελόνια για να κρύβω τα αίματα. Τα μαλλιά μου τα έκοψα κοντά, γιατί ιδρώνω πολύ και δεν μπορούσα να έχω μαλλούρα. Ε, τα έκοψα και τελικά έγιναν κομμάτι της εικόνας μου».

Έχει ένστικτο η Μαρινέλλα. Ένστικτο και αισθητική. Δεν τα διάβασε αυτά πουθενά, λέει, ούτε και της τα είπε κανείς. Μόνη της βρήκε πώς έπρεπε να ντυθεί, πώς έπρεπε να κάνει τα μαλλιά της, πώς έπρεπε να μεγαλώσει το παιδί της. «Έκρυβα για πολλά χρόνια από την κόρη μου το γεγονός ότι είμαι τραγουδίστρια. Μεγάλωσε χωρίς να ξέρω τι κάνω. Γυρνούσα στο σπίτι από το κέντρο στις 6:00 το πρωί και την περίμενα να ξυπνήσει. Φορούσα πιτζάμες και τη ρόμπα μου και η Τζωρτίνα πίστευε ότι μόλις είχα σηκωθεί από το κρεβάτι. Της έφτιαχνα πρωινό, την ξεπροβόδιζα και μετά κοιμόμουν. Το μεσημέρι πριν έρθει ξυπνούσα, μαγείρευα και έμενα μαζί της μέχρι το βράδυ που κοιμόταν. Τότε πήγαινα στη δουλειά. Όταν αργότερα της είπα ότι είμαι τραγουδίστρια και καμιά φορά την έπαιρνα μαζί μου στο καμαρίνι κι' ερχόταν κάποιος θαυμαστής για αυτόγραφο, της έλεγα ότι η μαμά είναι τραγουδίστρια μόνο πάνω στη σκηνή και ότι εδώ, είναι μόνο η μαμά της Τζωρτίνας. Το ίδιο έκανα κι' όταν πήγαινα στο σχολείο να πάρω τους βαθμούς ή στις γιορτές. Προσπαθούσα να είμαι διακριτική και να μη νιώσει ποτέ ότι η μαμά της είναι κάτι άλλο». Είναι πολύ περήφανη για την κόρη της η Μαρινέλλα και για τον τρόπο που τη μεγάλωσε. «Έκανα εγώ ένα καλό παιδί και τώρα κι' εκείνη με τη σειρά της μεγαλώνει καλά παιδιά» μου λέει.

Η Μαρινέλλα είναι μόνη. Από το 1981 και το τελευταίο της διαζύγιο, αποφάσισε ότι ο έρωτας δεν τη νοιάζει πια να τον ζει, μόνο να τον τραγουδάει ήθελε: «Και να γνωρίζει το παιδί μου άλλους άντρες; Όχι, δεν το θέλω αυτό. Μου λένε οι φίλες μου πως έκανα θυσία. Καθόλου δεν νιώθω ότι έκανα θυσία. Δεν ήθελα πια. Ναι, τελειώνει η επιθυμία, μπορεί να συμβεί» μου λέει. «Εκτός από ένα δεσμό που είχα για δύο - τρία χρόνια κανένας άλλος άνθρωπος δεν μπήκε στη ζωή μου. Δεν ήθελα κανέναν, όμως». Τώρα; Γελάει δυνατά: «Έλα τώρα, και νόμιζα ότι μιλούσαμε σοβαρά τόση ώρα».

Χτυπάει το τηλέφωνο της. Είναι η πεθερά της κόρης της. Κανονίζουν τις διακοπές του Πάσχα. Θα φύγουν όλοι μαζί το πρωί της Πέμπτης για να πάνε στο εξοχικό των συμπεθέρων. Θα φάνε, λέει, θα δουν φίλους, θα παίξουν τα παιδιά. Όχι, η Μαρινέλλα θα πάει με το δικό της αυτοκίνητο. Θα μείνε σε ξενοδοχείο. Θέλει την ιδιωτικότητα της. Την ησυχία της. Να μπορεί να ακούει τις σκέψεις της. Θα οδηγήσει στην Εθνικό Οδό, θα χαιρετήσει στα διόδια, θα σταματήσει για καφέ, θα βάλει δυνατά μουσική, θα σιγοτραγουδήσει. Της λέω ότι είναι πολύ μοντέρνα. Στην πραγματικότητα θέλω να της πω ότι είναι πολύ νέα, αλλά δεν θέλω να νομίζει ότι έχω πάει σπίτι της για να την κολακεύσω. Έχω αρνηθεί να την γκουγκλάρω για να βρω την ηλικία της. Έχω αποφασίσει ήδη ότι η Μαρινέλλα δεν έχει ηλικία και, αν και υπολογίζω ότι πρέπει να είναι λίγο μεγαλύτερη από τον μπαμπά μου, δυσκολεύομαι να συνεχίσω να της μιλάω στον πληθυντικό. «Και γιατί μου μιλάς στον πληθυντικό, λοιπόν; Εγώ την ηλικία την έχω γραμμένη. Ένα νούμερο είναι σε ένα χαρτί. Δεν σημαίνει τίποτα. Κι' ευτυχώς που δεν μπορεί να κάνει κάποιος πλαστική στη φωνή, γιατί θα έλεγαν πως έκανα πλαστική κι' εκεί».


Photo credit: George Kalfamanolis © 2014

Παρ' όλα αυτά, η Μαρινέλλα έχει πλήρη συναίσθηση της ηλικίας της. Τι επιτρέπεται, τι δεν επιτρέπεται, τι επιβάλλεται και τι θα την κάνει να νεανίζει επικίνδυνα. Είναι αυτό το ένστικτο μου λέγαμε. «Κάποτε, όταν ήμουν νέα, όχι, δεν ήμουν όμορφη, ήμουν όμως συμπαθητική και είχα πολύ ωραίο σώμα. Φορούσα λοιπόν αυτά τα φορέματα, τα πολύ στενά με την πλάτη ανοιχτή μέχρι πολύ χαμηλά πίσω, που ήταν πραγματικά υπέροχα. Κάποια στιγμή που μεγάλωσα, έφτασα δηλαδή στα 40, κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να τα φορέσω πια. Μεγαλώνεις, αλλάζεις, αλλάζει το σώμα σου και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Κρεμάνε τα χέρια, δεν μπορείς να τα δείχνεις πια. Κρεμάει και η μούρη, αλλά, άντε, πες ότι αυτό το φτιάχνεις. Τα υπόλοιπα όμως;». Έτσι όπως τη βλέπω καθισμένη στον καναπέ της, με ένα μπεζ φαρδύ παντελόνι, τις μπαλαρίνες της, μια ροζ πουκαμίσα, τα νύχια της μακριά και κατακόκκινα, όπως ταιριάζει σε μία ντίβα, τα μαλλιά της καλοβαμμένα, κατάξανθα, νιώθω ότι βλέπω σε μαγική εικόνα τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες της παρέα με τον Καζαντζίδη. Την ελιά δίπλα στο στόμα. Τα μάτια της μεγάλα και φωτεινά, κι' ας τα κρύβει πίσω από τα χρωματιστά γυαλιά της πρεσβυωπίας. Σηκώνεται για να πάει μια στιγμή στην κουζίνα. Δίνει οδηγίες για το μεσημεριανό φαγητό, πλησιάζει 1:30, αλλά έχουμε πολλά να πούμε ακόμη.

Το καλοκαίρι θα τραγουδήσει με τον Χατζή. Οι δυο τους, φίλοι κολλητοί εδώ και 40 χρόνια, θα επαναλάβουν το «Ρεσιτάλ». Ξεκινούν από την Κύπρο μου λέει και μου δείχνει τη μακριά λίστα των πόλεων που θα πάνε περιοδεία. Τον λατρεύει τον Χατζή μου λέει. Με το πουά φουλάρι του, την κιθάρα του, τη φωνάρα του. «Τραγουδάμε και ανατριχιάζουμε. Εμένα μου αρέσει να είμαι στη σκηνή. Τρελαίνομαι να τραγουδάω. Να σταματήσω; Νομίζω ότι ξέρω πότε θα σταματήσω. Έχω προετοιμαστεί πάρα πολλές φορές για το τέλος. Ξέρω ακριβώς πώς θα το κάνω. Σιωπηλά. Χωρίς αποχαιρετιστήρια. Ούτε καμία μεγάλη συναυλία για να γιορτάσω το γεγονός. Ποιον ενδιαφέρει; Όχι, εγώ όταν σταματήσω θα το κάνω ήσυχα. Αλλά γιατί τα λέμε αυτά τώρα; Έχω χρόνια μπροστά μου» λέει γελώντας και πιάνει έναν εργολάβο, τον «ωραιότερο του κόσμου». Τσιμπολογάει και γελάει. Λέμε ιστορίες. Έχει πλάκα να είσαι η Μαρινέλλα. Να, έχει πάει, ας πούμε, στο σούπερ μάρκετ και εκεί που καθόταν μπροστά στα ντοματάκια ήρθε μια κοπέλα και τη ρώτησε ποια ντοματάκια αγοράζει. «Εξαρτάται τι θέλεις να φτιάξεις» της είπε η Μαρινέλλα. «Κριθαράκι, χωρίς κρέας» είπε η κοπέλα που δεν είχε καταλάβει ότι μιλάει με τη Μαρινέλλα. «Τα ορφανά είναι τα καλύτερα, να κόψεις και λίγη πιπερίτσα» της είπε η Μαρινέλλα. «Θεέ μου, είστε η Μαρινέλλα!». «Ναι, είμαι, αλλά αν δεν φωνάζεις, θα σου πω κι' άλλα μυστικά για τη μαγειρική» της είπε και εκείνη κοκαλωμένη υπάκουσε. Στη λαϊκή, λέει, δεν πάει, γιατί μια φορά ένας μανάβης άρχισε να φωνάζει «Η Μαρινέλλα, η Μαρινέλλα!». «Με μπέρδεψε με την πραμάτεια του φαίνεται. Μετά μαζεύτηκε κόσμος, ούτε αυτοί ψώνισαν, ούτε εγώ και δεν ξαναπήγα…».

Είμαι ήδη σχεδόν τρεις ώρες στο σπίτι της Μαρινέλλας με την ωραία αύρα. Από τα παράθυρα μπαίνει ένα ελαφρύ αεράκι και το κασετοφωνάκι εξακολουθεί να είναι χωμένο και αχρησιμοποίητο στην τσάντα μου. «Τι παπούτσια είναι αυτά που φοράς;» μου λέει η Μαρινέλλα για τα μποτάκια μου. «Αυτά τα χοντροπάπουτσα τι τα φοράτε, βρε παιδιά; Φόρεσε μια μπαλαρίνα, ένα φαρδύ παντελόνι, όχι σαν το στενό που φοράς, να μπορεί ο άντρας σου να βάλει το χέρι του στο πόδι σου, να λύσει τα μαλλιά σου που τα έχεις μαζεμένα, να νιώσεις ότι είσαι γυναίκα». Με μαλώνει που δεν έχω φάει τα γλυκά της. Α, θα μου τα τυλίξει σε μια χαρτοπετσέτα να τα πάω στο γραφείο, να φάνε και τα άλλα παιδιά, «Τρελαίνομαι να μοιράζω ταπεράκια» μου λέει. Το κάνει. Μα την Παναγία, η Μαρινέλλα μού γέμισε την τσάντα καριόκες, εργολάβους και σοκολατάκια τυλιγμένα με χαρτοπετσέτες που είχαν πάνω τριαντάφυλλα. Και τις τύλιξε με τρόπο, όχι τσαπατσούλικα. Δεν κάνει τσαπατσούλικα πράγματα η Μαρινέλλα. Για το ρόλο της Βέμπο διάβαζε ενάμιση χρόνο, χωρίς υπερβολή, μελέτησε όσο περισσότερο μπορούσε και θέλει να πει ένα μεγάλο «ευχαριστώ» στο σκηνοθέτη της, τον Πέτρο Ζούλια, γιατί με αυτή την παράσταση «την πήγε ένα βήμα παραπέρα». Γιατί ναι, η Μαρινέλλα, σ' αυτήν, την όποια ηλικία, θέλει ακόμη να πάει «ένα βήμα παραπέρα». «Μη με παρεξηγείς, δεν θέλω να κάνω τη φίρμα πιο φίρμα, θέλω όμως να κάνω πράγματα που με κάνουν καλύτερη καλλιτεχνικά».

Ένστικτο. Το 'χει, λέει, και με τους ανθρώπους. Μια φίλης της ήθελε μια μέρα να κάνει μια δουλειά με κάποιον. Ήξερε ότι το ένστικτο της Μαρινέλλας είναι αλάνθαστο. Της ζήτησε, λοιπόν, να πάει μαζί της στο ραντεβού και να της πει τη γνώμη της. «Πήγα, λοιπόν, κι' εγώ και τον παρατηρούσα. Πώς μιλούσε, πώς κουνούσε τα χέρια του, πώς ακουμπούσε το ποτήρι με τον καφέ του… Της είπα να μην κάνει δουλειά μαζί του. “Περίμενε δυο μέρες μόνο” της είπα. “Μα” μου λέει η φίλη μου “πώς να περιμένω; Είμαστε στα συμβόλαια”. - “Σε παρακαλώ δυο μέρες μόνο”. Τελικά, σε δυο μέρες τον έπιασαν και τον έβαλαν φυλακή. Η φίλη μου ακόμη με ευχαριστεί». Το ήξερα ότι είναι μεταφυσική η Μαρινέλλα, αλλά όχι, δεν πιστεύει σε περίεργα πράγματα. Στον Θεό πιστεύει πολύ. Κάνει το σταυρό της. Προσεύχεται. Λέει πολλά «ευχαριστώ». «Για αυτά που δεν σου έδωσε, όχι μόνο για αυτά που σου έδωσε. Γιατί ανάμεσα σ' αυτά που δεν σου έδωσε δεν είναι μόνο αυτά τα υλικά που νομίζεις. Να λες “Ευχαριστώ”, γιατί δεν σου έδωσε και αρρώστιες και λύπες. Εγώ αυτό το κάνω πάντα. Δεν πηγαίνω στην εκκλησία. Αλλά τον Θεό τον έχω εδώ» μου λέει και δείχνει την καρδιά της.

Είναι η ώρα να φύγω. Σαν Θεσσαλονικιές, θα καθίσουμε και λίγο ακόμη όρθιες στην πόρτα, με πρόφαση ότι περιμένουμε το ασανσέρ. Θα πούμε τα καλύτερα εκεί. Αγκαλιαζόμαστε σφιχτά. «Να φάτε τα γλυκά» μου φωνάζει. «Και μη ρετουσάρετε τις φωτογραφίες μου. Να τις αφήσετε όπως είναι. Μη νομίζει ο κόσμος ότι τρελάθηκα!».




Το περιοδικό θα κυκλοφορήσει και στην Κύπρο,
με την Κυπριακή έκδοση της εφημερίδας,
την Κυριακή 18 Μαΐου 2014.


| Marinella gave an interview to Nancy Zabetoglou for the Woman magazine of the Greek newspaper I Kathimerini and photographed by George Kalfamanolis in April 2014, on the occasion of her musical performance “I Marinella sinanta ti Vembo (Marinella meets Sofia Vembo)” by Petros Zoulias at the Badminton Theater (from January 22th until February 23th, 2014, and from 2 April to 13 April, 2014) and Thessaloniki Concert Hall (from March 5th until March 23th, 2014). The interview will be re-released in Cyprus (with the Cypriot version of the newspaper), on May 18, 2014. | Published: April 27, 2014 | Source: YINEKA Magazine

Go to a beach and take a handful of sand.
Try to distinguish a grain.
This is what you are. This is what we are. Nothing.
And yet, God looks at each grain separately.
And protects it. Each grain of sand.
For that, you should thank him every day.
For what he gave you,
but also for what he didn't give you…”
MARINELLA

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου